βροχόμετρο


βροχόμετρο
Όργανο συλλογής και μέτρησης της ποσότητας της βροχόπτωσης, χρησιμοποιούμενο στα κέντρα μετεωρολογικών παρατηρήσεων. Αποτελείται από ένα κυλινδρικό δοχείο, τοποθετημένο κατακόρυφα στην ύπαιθρο, που καταλήγει προς τα πάνω σε μία ορειχάλκινη στεφάνη με αιχμηρά χείλη και προς τα κάτω σε μία κωνική χοάνη, που φέρει στο κατώτερο άκρο της μία στρόφιγγα χειρός. Η βροχή που έχει συλλεχθεί κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου μεταγγίζεται, ανοίγοντας τη στρόφιγγα, σε βαθμολογημένα δοχεία και μετριέται η ποσότητά της. Γνωρίζοντας την επιφάνεια της κυκλικής βάσης του κυλίνδρου, υπολογίζουμε την ποσότητα της βροχόπτωσης ανά μονάδα επιφάνειας του εδάφους της περιοχής. Η ποσότητα της βροχόπτωσης εκφράζεται σε χιλιοστά που αντιπροσωπεύουν το ύψος του στρώματος που θα σχηματιζόταν από το νερό που έπεσε, αν δεν το απορροφούσε το έδαφος. Οι κανονικές διαστάσεις της επιφάνειας της βάσης του κυλίνδρου στα όργανα αυτά είναι 0,1 τ.μ., γι’ αυτό ένα κιλό νερού που συνέλεξε το δοχείο ισοδυναμεί προς 10 χιλιοστά ύψους βροχής. Το ύψος του κυλίνδρου κανονικά είναι τέτοιο, ώστε μπορεί να συλλέξει βροχή μέχρι 400 χιλιοστά. ΒΡΟΧΟΜΕΤΡΟ
* * *
το
όργανο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του ύψους της βροχής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βροχόμετρο — το βροχογράφος, βροχοσκόπιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βροχή — Η συνηθέστερη από τις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις (β., χιόνι, χαλάζι κλπ.)· αποτελείται από υδροσταγόνες που πέφτουν στο έδαφος από τα νέφη, τα οποία προέρχονται από τη συμπύκνωση των ατμοσφαιρικών υδρατμών. Διακρίνεται από την ομίχλη από τη… …   Dictionary of Greek

  • βροχογράφος — ο το βροχόμετρο …   Dictionary of Greek

  • βροχομετρικός — ή, ό 1. αυτός που έχει σχέση με τη μέτρηση της βροχής 2. εκείνος που γίνεται με βροχόμετρο …   Dictionary of Greek

  • βροχοσκόπιο — το το βροχόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βροχή + σκόπιο*] …   Dictionary of Greek

  • βροχόπτωση — η το ποσό της βροχής του χαλάζιου ή του χιονιού που καταγράφεται από το βροχόμετρο σε μια περιοχή …   Dictionary of Greek

  • μέτρο — Υπόγειος ηλεκτρικός σιδηρόδρομος, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεγάλη ταχύτητα μεταφοράς, την πυκνότητα των σταθμών ανάμεσα στην αφετηρία και στο τέρμα (500 1000μ.) καθώς και την αξιοπιστία ως μέσο μεταφοράς. Οι σιδηροδρομικές… …   Dictionary of Greek

  • ομβρόμετρο — το βροχόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. ombrometer (< όμβρος + μέτρο). Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στον Ξ. Λάνδερερ] …   Dictionary of Greek

  • υετογράφος — ο, Ν το βροχόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hyetograph (< υετός + γράφος*)] …   Dictionary of Greek

  • υετόμετρο — το, Ν το βροχόμετρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hyetometer (< υετός «βροχή» + μέτρο). Η λ. μαρτυρείται από το 1838 στο Γερμανοελληνικόν Λεξικόν τού Joh. Franz] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.